ἤλυθον

υγος, ὁ
A. v. ἔρχομαι. ἦλυξ, υγος, ὁ, = ἠλύγη, Choerob. in Theod. 2.400; ἠλύγων ὀρέων· ἐν σκότῳ κατεχομένων, Hsch. (leg. ‐αίων). ἤλυξα, v. ἀλύσκω. ἠλυσίη, ἡ, = ἤλυσις, ὁδός, Id., cf. EM 497.9.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project