ἤϊα
τά
A.
provisions for a journey, Ep. word, Hom.mostly in Od., δεῦτε, φίλοι, ἤϊα φερώμεθα 2.410, cf. 289; καί νύ κεν ἤϊα πάντα κατέφθιτο 4.363; ἐξέφθιτο ἤϊα πάντα 12.329; ἐν δὲ καὶ ᾖα κωρύκῳ [ἔθηκε] 5.266, cf. 9.212: generally, [ἔλαφοι] παρδαλίων τε λύκων τ’ ἤϊα πέλονται food for wolves, Il. 13.103; ἤϊα κριθάων,= ἄλευρα, Nic. Al. 412.
II.
ὡς δ’ ἄνεμος . . ἠΐων θημῶνα τινάξῃ καρφαλέων, i.e. a heap of husks or chaff (= ὀσπρίων καλάμαι acc. to Eratosth. ap. Eust. 1445.42), Od. 5.368; τὴν γαστέρ’ ᾔων κἀχύρων σεσαγμένος Pherecr. 161. (Etym. uncertain: not related to the sg. ἤϊον which is glossed by παρειάν, γνάθον, Hsch.; cf. εἰαί, εἶοι.)[ι, but ι Od. 2.289,410, Il. 13.103.]