ἡδυεπής
ές
A.
sweet-speaking, Il. 1.248; Ὅμηρος Pi. N. 7.21, cf. AP 9.525.8, etc.; sweet-sounding, λύρα Pi. O. 10(11).93; ὕμνος Id. N. 1.4: voc., ὦ Διὸς ἁδυεπὲς φάτι S. OT 151: poet.fem. pl., ἡδυέπειαι Μοῦσαι Ὀλυμπιάδες Hes. Th. 965, 1021:sg., ‐έπειασῦριγξ Nonn. D. 10.390.