ζωγρίας

ου, ὁ
A. one taken alive, ζωγρίαν συλλαμβάνειν, ἑλεῖν τινα, Ctes. Fr. 29.3,9, Zos. 1.51; οὐ κατελίπομεν ζωγρίαν LXX De. 2.34; ζωγρίας ἐλήφθη D.S. 25.10; ζωγρίας ἔλαβε δισχιλίους ibid.; ζωγρίαι ἑάλωσαν Memn. 56.3.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project