ζίλαι

άδος, τό
A. v. ζελᾶς. ζινίχιον, τό, shoe-latchet, Suid. ζιτᾶνα· καταπύγονα, Hsch. ζίφυιος, Elean for δίφ‐. ζίω, = ζητέω, EM 411.51: ζίεται· ζητεῖται, ibid., Hsch. ζμαράγδινος, v. σμαρ‐. ζμάω, v. σμάω. ζμῆμα, v. σμῆμα. ζμιρριεῖα, τά, emery, IG 12(8).51.20 (Imbros, ii B.C.); cf. σμύρις. ζμύρνη, ζμύρνινος, etc., v. σμύρν‐. ζόα, ζόη, ζοτα, v. ζωή. ζόασον· σβέσον, Hsch. ζοός, v. ζωός. ζορκάς, άδος, and ζόρξ, ζορκός,ἡ, v. δορκάς. ζούγωνερ, Lacon. for ζύγωνες, ploughing oxen, Id. ζούϊον ἢ
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project