ἐφάμιλλος
ον, λως, Adv.
A.
a match for, equal to, rivalling, ἐ. γίγνεσθαί τινι X. Mem. 3.3.12, Isoc. 1.12 codd.; ἀρχὴ ἐ. ταῖς μεγίσταις Plb. 32.8.3; τὸ ἐ. equality, evenness, Plu. 2.153f. Adv. -λως , ἀγωνίσασθαι Id. Cleom. 39, cf.Aristaenet. 1.2.
II.
Pass., regarded as an object of rivalry or contention, ἐφαμίλλου τῆς εἰς τὴν πατρίδα εὐνοίας ἐν κοινῷ πᾶσι κειμένης D. 18.320; ἐφάμιλλον ποιεῖν τι Id. 20.102; νίκην ἐ. ποιεῖν Plu. 2.214d; ὅπως ἐφάμιλλον ᾖ πᾶσι . . φιλοδοξεῖν IG 22.1227.20, cf. 1292.18.