εὐχωλή
ἡ
A.
prayer, vow, οὔτ’ ἄρ’ ὅγ’ εὐχωλῆς ἐπιμέμφεται οὔθ’ ἑκατόμβης Il. 1.93, cf. 65; θυέεσσι καὶ εὐχωλῇς ἀγανῇσι 9.499, cf. Od. 13.357; εὐχωλέων οὐκ ἔκλυε Φοῖβος Hes. Sc. 68; also in Inscr.Cypr. 94 H. and Ion. Prose, Hdt. 2.63, Protag.A 1 Diels, Luc. Syr.D. 28, 29.
2.
votive offering, Sammelb. 1719, al.
II.
boast, vaunt, πῇ ἔβαν εὐχωλαί, ὅτε δὴ φάμεν εἶναι ἄριστοι Il. 8.229; shout of triumph, ἔνθα δ’ ἅμ’ οἰμωγή τε καὶ εὐχωλὴ πέλεν ἀνδρῶν 4.450.
2.
object of boasting, glory, κὰδ δέ κεν εὐχωλὴν Πριάμῳ καὶ Τρωσὶ λίποιεν Ἀργείην Ἑλένην 2.160, cf. 4.173; ὅ μοι . . εὐ. κατὰ ἄστυ πελέσκεο 22.433.