εὐχάριστος
ον, τως, τως, Adv.
A.
agreeable, τινι τέχνη X. Oec. 5.10 (Comp.); λόγοι Id. Cyr. 2.2.1 (Sup.); -ότατα καὶ πιθανώτατα εἴρηκε Plb. 12.28.11; εὐχάριστα acceptable gifts, AJA 30.249 (Cypr.). Adv. -τως , τελευτᾶν τὸν βίον to die happily, Hdt. 1.32.
II.
grateful, thankful, X. Cyr. 8.3.49 (Sup.), Inscr.Prien. 103.8 (ii/i B.C.), Ep.Col. 3.15, etc. Adv. -τως , διακεῖσθαι πρός τινα D.S. 1.90; ἀποδιδόναι Ph. 1.520; τῶν γεγονότων μνημονεύειν Plu. 2.477f.
III.
beneficent, θεοί UPZ 41.13 (ii B.C.); title of Ptolemy V, OGI 90.5 (Rosetta); τὸ τῆς ψυχῆς εὐ. D.S. 18.28; βεβαιωτὴς(‐ότης codd.) εὐχάριστος, of God, Ph. 1.128 codd. (ἰσχυρότατος cj. Cohn).