ἀλλόθροος
ον, ουν
A.
speaking a strange tongue, ἐπ’ ἀλλοθρόους ἀνθρώπους, κατ’ ἀλλοθρόους ἀνθρ., Od. 1.183, 3.302, 15.453: generally, foreign, στρατός Hdt. 1.78 ; Αἴγυπτος Id. 3.11 ; πόλις A. Ag. 1200 ; strange, alien, γνώμη S. Tr. 844.—Not in Att.Prose.