ἐριθηλής
ές
A.
very flourishing, luxuriant, of plants, μυρίκης τ’ ἐριθηλέας ὄζους Il. 10.467 ; ἔρνος..ἐριθηλὲς ἐλαίης 17.53 ; δάφνης ἐριθηλέος ὄζον Hes. Th. 30 ; of gardens, ἀλωάων ἐριθηλέων Il. 5.90 ; γαῖα A.R. 2.723 : metaph., εὐνομία APl. 4.72.5, cf. Orph. Fr. 142, 206.