ἐπίχαρτος
ον
A.
wherein one feels joy, ἔργον S. Tr. 1262 (anap.); γεραροῖς ἐπίχαρτον A. Ag. 722 (lyr.).
2.
more freq., wherein one feels malignant joy, ἐχθροῖς ἐπίχαρτα πέπονθα Id. Pr. 159 (anap.); οἱ δικαίως τι πάσχοντες ἐ. Th. 3.67, cf. D. 45.85; βαρβάροις ἐ. γενόμενος Pl. Ep. 356b.