ἐπίπνοος
ον, ουν, Adv.
A.
breathed upon, Poll. 5.110.
2.
. inspired, παρά τινος Pl. Cra. 428c; ἐ. καὶ κατεχομένους ἐκ τοῦ θεοῦ Id. Men. 99d; ἐ. ἐκ τούτου τοῦ ἔρωτος Id. Smp. 181c; σὺν τῷ ῥυθμῷ Ael. NA 11.10; ἐ. καὶ φοιβόληπτος Plu. Pomp. 48. Adv. ‐πνως Poll. 1.16.