ἐπιπείθομαι
A.
to be persuaded, εἴ τις ἐμοὶ ἐπιπείσεται . . οἴκαδ’ ἴμεν Il. 17.154; ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ Od. 2.103.
2.
. trust to, put faith in, μαρτυρίοισι A. Ag. 1095 (lyr.), cf. IG 14.1389i i 32.
3.
. comply with, obey, τινί Il. 1.218, Hes. Sc. 369; εὖ παραινεῖς, κἀπιπείσομαι S. El. 1472.