ἀλέομαι

ἐξ‐

A. ἀλευόμενοι Hes. Op. 535 (v. l.), ἀλευμένη Semon. 7.61: impf. ἀλέοντο(ἐξ‐) Il. 18.586:— chiefly used by Hom. in aor. ἀλευάμην, v. infr.; inf. ἀλέασθαι, ‐εύασθαι, Hes. Op. 734,505; subj. ἀλεύεται Od. 14.400; part. ἀλευάμενος 9.277, Thgn. 400. (Perh. from same Root as ἄλη, ἀλάομαι: ἀλεv‐ as aor. shows):—avoid, shun, c. acc. rei, ἔγχεα δ’ ἀλλήλων ἀλεώμεθα Il. 6.226, cf. 13.184; ἐμὸν ἔγχος ἄλευαι 22.285; ἀλεύατο κῆρα μέλαιναν 3.360; Διὸς δ’ ἀλεώμεθα μῆνιν 5.34; ὄφρα τὸ κῆτος . . ἀλέαιτο 20.147; κακὸν . . τό κεν οὔτις . . ἀλέαιτο Od. 20.368; μύσους μὲν ὑπερφιάλους ἀλέασθε 4.774: rarely c. acc. pers., θεοὺς ἢ δειδίμεν ἢ ἀλέασθαι 9.274: c. inf., avoid doing, λίθου δ’ ἀλέασθαι ἐπαυρεῖν Il. 23.340; ἀλεύεται (Ep. subj.) ἠπεροπεύειν Od. 14.400.
2. abs., flee for one's life, τὸν μὲν ἀλευάμενον τὸν δὲ κτάμενον Il. 5.28; οὔτε . . φυγέειν δύνατ’ οὔτ’ ἀλέασθαι 13.436; μή πως ἀλέηται Od. 4.396.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project