ἐπικυλινδέω
A.
roll down upon, πέτρους ἐπί τινας X. HG 3.5.20; τοῖς ὁδοιποροῦσι πέτρας D.S.l.c., cf. Plb.l.c.:—Pass., τὰ τμήματα τοῦ πελάγους ‐ισθέντα Ph. 2.109; τόκων τόκοις ‐κυλισθέντων interest being heaped on interest, Plu. 2.831e; τὸ σιτίον εἰς τὸν στόμαχον ‐ινδεῖσθαι is slipped into . ., ib.699c; ‐ισθεῖσα overlaying the infant, Sor. 1.106.
2.
. Pass., to be applied by rolling, ταῖς σαρξί Gal. 11.757.
3.
. Pass., degenerate, εἰς χρόνια πάθη Id. 19.560: metaph., [νοήσεις] δῑ ἀρρωστίαν ‐ούμεναι καὶ ἐπιτρέχουσαι τοῖς εἴδεσιν Dam. Pr. 88.
4.
. intr., roll on, κύματα Ps. -Luc. Philopatr. 3.