ἐπικαίνυμαι
A.
surpass, excel (v. καίνυμαι), πάντας ἐπ’ ἀνθρώπους ἐκέκαστο ὄλβῳ τε πλούτῳ τε Il. 24.535.
II.
. Pass., to be adorned or furnished with, ἐπὶ φρεσὶ πευκαλίμῃσι κέκασται 20.35 (unless in signf.1); οἷς ἐπικαίνυται ἵππος (cj. for ἐπικίνυται) Q.S. 12.145.