ἐπιθετικός
ή, όν, Adv., τό
A.
ready to attack, θηρίοις X. Mem. 4.1.3; enterprising, στρατηγός ib.3.1.6, Str. 3.4.5; ἐπιθετικώτατον περὶ πάσας τὰς πράξεις Arist. Pol. 1315a11: ‐κόν,τό, enterprise, Corn. ND 21.
2.
. = ἐπιθέτης 1, Ptol. Tetr. 165.
II.
. added: τὸ ἐ. the adjective, A.D. Synt. 81.17 (pl.); ἐ. σύνταξις, προσηγορίαι, ib.18.7, D.S. 4.5. Adv. ‐κῶς Corn. ND 35, Sch. Il. 13.29: Comp. ‐ώτερον A.D. Synt. 81.15.