ἐπηρεφής
ές
A.
overhanging, beetling, ἐπηρεφέας φύγε πέτρας νηῦς ἐμή Od. 10.131, cf. 12.59; κρημνοὶ ἐ. Il. 12.54; κότινος Theoc. 25.208.
II.
Pass., covered, sheltered, σίμβλοι Hes. Th. 598; ἐ. φολίδεσσι, of a dragon, A.R. 4.144; σπέος πέτρῃσιν ἐ. Id. 2.736; νήσους ἐ. δονάκεσσιν Simm. 1.8; κόρυμβοι ἐ. πετάλοισι Nic. Fr. 74.24, cf. Hld. 8.14.