ἐπεισοδιώδης
ες, Adv.
A.
episodic, incoherent, μῦθος Id. Po. 1451b34: metaph., οὐκ ἔοικεν ἡ φύσις ἐ. οὖσα ὥσπερ μοχθηρὰ τραγῳδία Id. Metaph. 1090b19, cf. Dam. Pr. 279. Adv. ‐δῶς Ascl. in Metaph. 142.28.
II.
= ἐπεισόδιος 1, adventitious, οὐ γὰρ ἔξωθεν ἐπίκτητος οὐδ’ ἐ. Porph. Sent. 36; ἐ. καὶ δευτέραν συνεπομένην ὑπόστασιν Iamb. Protr. 3; ἐ. καὶ συμβεβηκός Dam. Pr. 14; ἐ. καὶ ἀλλαχόθεν ἐφῆκον Procl. Inst. 19.