ἐπαρτάω
A.
hang on or over, φόβους τοῖς ἀκροωμένοις Aeschin. 1.175, cf. Porph. Abst. 1.2; τισὶν ὀχλήσεις Polystr.p.30 W.; τιμωρίαν τινί Ael. VH 7.15:—Med., lit., hang upon, τινί τι Orph. A. 1337:—Pass., hang over, impend, τοσοῦτος ἐπήρτηται φόβος D. 23.140; ἀπαλλαγὴν τῶν ἐπηρτημένων φόβων Id. 18.324; ἀγών τινι ‐ημένος Hdn. 2.3.7; κίνδυνος IGRom. 4.151 (Cyzicus), BGU 1027.23 (iv A.D.).
II.
τὸ ἐπηρτημένον [τοῦ ζυγοῦ] the elevated part of the beam, Arist. Mech. 850a23.