ἐπαίρω
A.
ἐπάρας Hdt. 1.87, etc.: pf. ἐπῆρκα Amphis 13, Them. Or. 8.114b:—Pass., aor. ἐπήρθην, part. ἐπαρθείς: <*>lift up and set on, [αὐτὸν] ἀμαξάων ἐπάειρραν lifted and set him upon . ., Il. 7.426; ὀβελοὺς . . κρατευτάων ἐπάειρας 9.214.
2.
lift, raise, κεφαλὴν ἐπαείρας 10.80; καί μ’ ἔπαιρε S. Ph. 889; ἐπαίρων βλέφαρα Id. OT 1276 codd.; ἐπάειρε δέρην E. Tr. 99 (anap.); ἔπαιρε σαυτόν Ar. V. 996; σεμνῶς ἐπηρκὼς τὰς ὀφρῦς Amphis l.c.; πάντες ἐπῆραν (sc. τὴν χεῖρα) SIG 1109.24; οὐδεὶς ἐπῆρε IG 3.1132; ἐπάρας τὴν φωνήν D. 18.291; ἐπαιρόμενα ἱστία, opp. ὑφιέμενα, Plu. Luc. 3:—Med., με τεῷ ἐπαείραο μαζῷ didstliftand put me to thy breast, A.R. 3.734; [λόγχην] E. IT 1484; ὅπλ’ ἐπαίρεσθαι θεῷ Id. Ba. 789; ἱστούς Plb. 1.61.7; βακτηρίαν Plu. 2.185b: metaph., τί . . στάσιν γλώσσης ἐπήρασθε; S. OT 635; πολλοὺς καὶ θρασεῖς τῇ πόλει λόγους ἐπαιρόμενος D. 18.222; κοινὸν ἡ πόλις ἐπήρατο πένθος D.S. 34.17.
3.
exalt, magnify, ἐπαείρειν Αοκρῶν ματέρ’ Pi. O. 9.20; ἐπαρεῖς τὸν πατρῷον οἶκον X. Mem. 3.6.2.
4.
intr., lift up one's leg or rise up, Hdt. 2.162; rise from table, Euang. 1.10.
5.
Pass., swell up, Hp. Liqu. 2, Gal. 6.264, 18(2).119; ἐπῆρται τοῦτό γε, in mal. part., Ar. Lys. 937; ὁ καυλὸς ἐπαίρεται Hippiatr. 54.
6.
Gramm., ἐ. τὴν προσῳδίαν make the accent acute, Sch.Il. 11.636.
II.
stir up, excite, πολλά τέ μιν καὶ μεγάλα τὰ ἐπαείροντα . . ἦν Hdt. 1.204; τίς σ’ ἐπῆρε δαιμόνων; S. OT 1328; πέρα τοῦ καιροῦ τοὺς ἑτέρους ἐ. D. 16.23; ἐ. θυμόν τινι E. IA 125; τοῦτό σε ψυχὴν ἐπαίρει Id. Heracl. 173; ἑαυτὸν ἐπίτινι Diog.Oen. 64; ἵππον urge on, Them. Or. 1.13c; induce, persuade to do, c.inf., εἰρωτᾶν εἰ οὔτι ἐπαισχύνεται ἐπάρας Κροῖσον στρατεύεσθαι Hdt. 1.90, cf. Isoc. 4.108, Aeschin. 1.192; ἥτις με γῆμ’ ἐπῆρε Ar. Nu. 42, cf. Ra. 1041; ἐ. τινὰ ὥστε . . E. Supp. 581; ὅστις μ’ ἐπάρας ἔργον (sc. πρᾶξαι) Id. Or. 286:—Pass., to be roused, led on, excited, τῷ μαντηΐῳ Hdt. 1.90, cf. 5.91; τοῖσι δωρήμασι Id. 7.38; τοῖς τῆς πόλεως κακοῖς And. 1.37; ὑπὸ τῆς τύχης Lys. 2.10; πλούτῳ, τιμῇ, Pl. R. 434b, 608b; ὑπὸ λόγων Ar. Av. 1448; τῇ ἐλπίδι ὡς. . Th. 1.81, cf. Lys. 9.21; τοῖς λόγοις Th. 4.121; δεινότητι καὶ ξυνέσεως ἀγῶνι Id. 3.37 (so τὸ ἐπαιρόμενον τοῦ λόγου τῇ δεινότητι Plu. Cic. 25); ὑπὸ μεγάλου μισθοῦ Th. 7.13; ἐ. ἐς τὸ νεωτερίζειν Id. 4.108; ἐπὶ τὴν βασιλείαν LXX 3 Ki. 12.[24]: c. inf., ἐπήρθην γράψαι Isoc. 5.10; τῷ or τὸ λέγειν (dub. l.) Pl. Phdr. 232a (but ναυτικῷ προύχειν ‐όμενοι flattering themselves that they were superior . ., Th. 1.25): abs., to be excited, on tiptoe, Ar. Nu. 810; and so Ἑλλὰς τῇ ὁρμῇ ἐπῆρται Th. 2.11.
2.
Pass., also, to be elated at a thing, εὐδαιμονίῃ μεγάλῃ Hdt. 5.81; ψυχρῇ νίκῃ Id. 9.49, cf. 1.212, 4.130; ἐπὶ πλούτῳ X. Mem. 1.2.25; πρός τι Th. 6.11, 8.2; ἐκ τοῦ γεγονότος προτερήματος Plb. 1.29.4: abs., Th. 4.18.