ἐξερύω
A.
draw out of, βέλος . . ἐξέρυσ’ ὤμου Il. 5.112; ἰχθύας, οὕς θ’ ἁλιῆες . . πολιῆς ἔκτοσθε θαλάσσης δικτύῳ ἐξέρυσαν Od. 22.386, cf. Hdt. 1.141; τοῖο δ’ ἅμα ψυχήν τε καὶ ἔγχεος ἐξέρυσ’ αἰχμήν Il. 16.505; snatch out of, ἐξείρυσε χειρὸς τόξον 23.870; but τὸν . . λαβὼν ποδὸς ἐξερύσασκε by the foot, 10.490; draw out, τοὺς δ’ ἐξείρυσσαν Ἀχαιοί 13.194; tear out, μήδεά τ’ ἐξερύσας Od. 18.87; τὴν γλῶσσαν ἐξειρύσας Hdt. 2.38. (Pres. supplied by ἐξέλκω.)