ἐξερευνάω
A.
search out, examine, S. OT 258, El. 1100; τὰ περὶ τὴν πόλιν Aen.Tact. 28.4; λογισμὸς τὰς αἰτίας ἐ. Epicur. Ep. 3p.64U.; τὰς προσόδους Plb. 14.1.13, cf. LXX l.c., al.; τὰ πρόσφορ’ ἤν πως ἐξερευνήσας λάβω E. Hel. 429:—Med., D.C. 52.6; τόπους Plb. 9.5.8, cf. 18.21.1.