ἐξαρνέομαι
A.
ἐξηρνησάμην Hdt. 3.74, Att. ἐξηρνήθην Pl. Smp. 192e, Lg. 949a, Cret. aor. subj. ἐξαννήσεται Leg.Gort. 3.6:—deny utterly, τὸν φόνον Hdt.l.c.; οὔ τοι τοῦτό γ’ ἐξαρνήσομαι E. Hel. 579, etc.; ἤν τις ὀφείλων ἐξαρνῆται should deny a debt, Ar. Ec. 660; μὴ λαβεῖν ἐξαρνούμενος D. 27.16; οὐκ ἐ. πράττειν Aeschin. 3.250.