ἐξάνθησις
εως, ἡ
A.
growth of young hair, A.R. 1.972, etc.
II.
fading, ὥσπερ ἐ. τις τῆς προϋπαρχούσης ὀσμῆς Thphr. CP 6.15.2 codd. ἐξανθ‐ίζω, deck as with flowers, paint in various colours, γυναῖκες . . αἳ καθήμεθ’ ἐξηνεθισμέναι Ar. Lys. 43; ἄνωθεν ἐξηνθισμένον, of a fish, Philem. 79.6; παντοίᾳ κομμωτικῇ . . ἐξηνθισμένη Hld. 7.19; ἐλέφας φοίνικι ‐ισμένος Max.Tyr. 40.2.
II.
Med., gather flowers, Plu. 2.661f.