ἐξαγοράξω
A.
buy from, τι παρά τινος Plb. 3.42.2; buy up, Plu. Crass. 2; buy off, μικροῦ διαφόρου τὸν ἀδικηθέντα Dicaearch. 1.22; redeem, D.S. 36.2; ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου Ep.Gal. 3.13:—Med., ἐξαγοράξεσθαι τὸν καιρόν Ep.Col. 4.5, cf. Ep.Eph. 5.16 (but ‐άζειν τὸν κ. LXX Da. 2.8).