ἀγάρροος
ον, ουν, ίγρις
also: ἀγάπ‐ρρους
A.
strong-flowing, Ἑλλήσποντος Il. 2.845, 12.30; πόντος h.Cer. 34; τίγρις AP 7.747 (Lib.), cf. Q.S. 10.174.