ἐναλινδέομαι A. to be involved in, συμφορῇσι v.l. in Hp. Ep. 17; wallow in, ὥσπερ πορνείῳ τῇ τόλει J. BJ 4.9.10. (Act. only Hsch. ἐναλῖσαι· ἐγκυλῖσαι.)