ἔμπλεος
α, ον, ων, η, ον
A.
quite full of a thing, γαστέρα . . ἐμπλείην κνίσης τε καὶ αἵματος Od. 18.118; Φαρέτρην ἰῶν ἐμπλείην 22.3; σκύφος. . οἴνου ἐνίπλειον 14.113; δῶμα . . ἐνίπλειον βιότοιο 19.580; κύων . . ἐνίπλειος κυνοραιστέων 17.300; λέβητες κρεῶν . . ἔμπλεοι Hdt. 1.59, cf. 2.62, Hp. Epid. 6.4.8; γῆς ἢ κόπρου ἔμπλεων Pl. Tht. 194e.
2.
of persons, δυσκολίας ἔ. Id. R. 411c; πάσης πονηρίας Plb. 27.15.6, etc.
3.
in full measure, complete, ἔμπλεα καὶ ὁλόκληρα καὶ τέλεα προσάγοντες Ph. 1.185; f.l. for ἔμπεδος in Orph. Fr. 261.