ἐμπάζομαι
A.
busy oneself about, take heed of, care for, c. gen., ἐμῶν ἐμπάζεο μύθων Od. 1.271, al.; οὔτε θεοπροπίης ἐμπάζομαι Il. 16.50, cf. Od. 2.201; οὔτε ξείνων ἐμπάζομαι οὔθ’ ἱκετάων 19.134; οὐκ ἐμπαζόμενον δόξης Timo 50: once c. acc. pers., οὐχ ἱκέτας ἐμπάζεαι Od. 16.422; also Ἔριν δ’ ἀγέραστον ἐάσας οὐ Χείρων ἀλέγιζε καὶ οὐκ ἐμπάζετο Πηλεύς Coluth. 38:—Ep. word, used in late Prose, οὐκ ἀλέγων Ἀδράστειαν οὐδὲ Νέμεσιν ἐμπαζόμενος Ael. Fr. 325.