δολάν

δολάν (leg. δοάν)· ἀντὶ τοῦ δήν, Hsch. δολάνα· μαστροπός, Id. (cf. δολομάν). δολβαί· θύματα, οἱ δὲ μικρὰ(μικτὰ cod.) πλακούντια, Id.; cf. δόλπαι.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project