δίω

A. δίοιτο Od. 17.317, but mostly inf. δίεσθαι; for δίον v. δείδω):—put to flight, δηΐους προτὶ ἄστυ δίεσθαι Il. 12.276; [μητέρα] ἀπὸ μεγάροιο δίεσθαι Od. 20.343; μή σε . . ἀγρόνδε δίωμαι βάλλων χερμαδίοισι 21.370; ὡς δ’ ὅτε νεβρὸν . . κύων . . δίηται Il. 22.189; ἐπεί κ’ ἀπὸ ναῦφι μάχην . . δίηται 16.246; rarely, drive, ὅς τ’ . . ἵππους . . προτὶ ἄστυ δίηται 15.681; also in A., ἀτίετα διόμεναι λάχη pursuing a dishonoured office, Eu. 385 (lyr.); and intr. folld. by Prep., give chase, hunt, ἐπὶ τὸν ὦ διόμεναι ib.357 codd. (ὧδ’ ἱέμεναι Ahrens); μετά με δρόμοισι διόμενοι Id. Supp. 819; f. l. for δίεμαι, Id. Pers. 700.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project