διφάω
A.
search after, πόντῳ ἐν ἰχθυόεντι . . τήθεα διφῶν Il. 16.747; τεὴν διφῶσα καλιήν Hes. Op. 374; ἐν οὔρεσι πάντα λαγωὸν διφᾷ Call. Epigr. 33, cf. Fr. 165; διφᾶν τὰ καλύμματα (or καλλύσματα, q. v.) search them well, Thphr. Char. 10.6: abs., Herod. 6.73; εἴ ποθι διφώωσα . . ἀθρήσειεν Nonn. D. 48.592:—Ion. διφέω, AP 9.559 (Crin.).