διπλάσιος
α, ον, η, ον, Subst., τό
A.
twofold, double, Hdt. 4.68, etc.: never in Trag. (δίκρουν is prob. in A. Fr. 152): freq. as Comp. folld. by ἤ . . Hdt. 6.57, Th. 1.10, etc.; also διπλήσιον ἢ ὅσον . . Hdt. 7.23: or c. gen., twice the size of, Id. 6.133; δ. ἐγίνετο αὐτὸς ἑωυτοῦ Id. 8.137; διπλάσια τῶν ἄλλων D. 18.238; δ. τῆς ἀληθείας Philem. 160; διπλασίοις ἐλάττω (sc. τὰ χρήματα) D. 27.52.
2.
Subst. διπλήσιον,τό, as much again, Hdt. 7.103: as Adv., διπλάσιον σπεύδουσι Thgn. 229.
3.
διπλασίαν (sc. ζημίαν), πράττεσθαι Pl. Lg. 762b; τὴν δ. καταδικάζειν Lexap.D. 24.105.
4.
Adv. ‐ως Th. 8.1, Men. 645; δ. ἄμεινον Aeschin. 2.122, AP 7.611 (Eutolm.).