διοράω
A.
see through, see clearly, X. An. 5.2.30; δ. τὸ ἀληθές Pl. Prm. 136c, etc.
II.
distinguish, τοὺς . . κολακεύοντας καὶ τοὺς . . θεραπεύοντας Isoc. 2.28; τὰς φύσεις τῶν ἀνθρώπων Id. 3.16; πότε ὑπάρχει καὶ πότε οὔ οὐ ῥᾴδιον διιδεῖν Arist. Mete. 390a20; δόξας διορᾶν Epicur. Nat. 15.24, cf. 11.8.