διβάλανα

διβάλανα· κάρυα Ποντικά, Hsch. (διαβ‐ cod.). δίβαλον· μέλι καὶ μελίκρατον, Id. (διαβ‐ cod.).
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project