διαδύνω

A. slip through a hole or gap, διαδύντες διὰ τοῦ τείχους Th. 4.110; διὰ τούτων ἡ φιλία διαδυομένη X. Mem. 2.6.22: abs., slip through, slip away, Hdt. l.c.; διαδύς Ar. V. 212; μῶν ὁ γέρων πῃ διαδύεται; ib.396.
2. c. acc., evade, shirk, τοῖς διαδυομένοις τὰς λειτουργίας Lys. 21.12, cf. D. 42.23; ὅπῃ . . διαδύσεται τὸν λόγον Pl. Sph. 231c, etc.; τὸ δίκην δοῦναι διαδύς D. 18.133.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project