δήνεα
εος, τά
A.
counsels, plans, arts, whether good or bad, δ. θεῶν Od. 23.82; ἤπια δ. οἶδε Il. 4.361, Hes. Th. 236; ὀλοφώϊα Od. 10.289; δ. πάντα καὶ τρόπους ἐπίσταται Semon. 7.78; δ. Κίρκης A.R. 4.559; δ. τέχνης Opp. H. 1.7.—Sg. nom. δῆνος, εος, τό, Hsch.: