δειδίσκομαι
A.
greet, welcome, δεξιτερῇ δειδίσκετο χειρί Od. 20.197; δέπαϊ χρυσέῳ δειδίσκετο 18.121; δεδισκόμενος 15.150 :— to the same verb the following forms probably belong, πλησάμενος δ’ οἴνοιο δέπας δείδεκτ’ Ἀχιλῆα pledged him, Il. 9.224; τοὺς μὲν ἄρα χρυσέοισι κυπέλλοις . . δειδέχατο ib.671, cf. 4.4; δειδέχαται μύθοισι Od. 7.72; δεικνύμενος welcoming, 4.59, Il. 9.196; pledging, h.Ap. 11; so, δεδεγμένος Panyas. 12.
II.
(δείκνυμι) show, A.R. 1.558.