δαφοινός
ή, όν
A.
tawny (as expld. by most Gramm., though some also give blood-reeking), δαφοινὸν δέρμα λέοντος Il. 10.23; δράκων ἐπὶ νῶτα δαφοινός 2.308; θῶες δ. 11.474; λαῖφος δ’ ἐπὶ νῶτα δαφοινὸν λυγκὸς ἔχει h.Pan. 23; πῆμα δ., of the dragon Python h.Ap. 304; δ. ἀετός A. Pr. 1022; λεόντων ἁ δ. ἴλα E. Alc. 581 (lyr.); δ. ἄγρα tawny, Pi. N. 3.81.
2.
metaph., δ. Κῆρες Hes. Sc. 250; δαλός A. Ch. 607 (lyr.).