δαλιοχεῖν

A. = παιδὶ συνεῖναι (Ambrac.); also, = μοιχεύειν, Hsch.: δαλιοχός· μοιχός, Id. δαλίς· μωρός, Id. δάλκιον· πινάκιον, Id. δάλλει· κακουργεῖ, Id. (Cf. δηλέομαι.)
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project