γῶνοπ

A. = γωνία(Lacon.), Hsch. γωνορίσματα· γνωρίσματα, τοποθεσίαι, Id. γῶνος· γουνός, ἕδος, καὶ παιδιά τις παλαιστρική, οἱ δὲ κώπη, Id. γώνυμος· φερώνυμος, Id. γῶος· μνημεῖον, Id. γωροῦται· σαρκοῖ (Lacon.), Id.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project