γεργέρινος

A. = γεργῖνος, Hsch. γέργερος· βρόγχος, Id.; cf. γαργαρεών. γεργέροψ· ζῷον, Id. (γεργέλ‐ cod.). γεργῖνος, ὁ, = διάβολος, Id. γέργυπες· νεκροί, Id.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project