βορθαγορίσκεα

βορθαγορίσκεα· τὰ χοίρεια κρέα: and βορθαγορίσκοι· μικροὶ χοῖροι (Lacon.), Hsch.; cf. ὀρθαγορίσκος.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project