ἄω
A.
ἄσω Il. 11.818: aor. 1 subj. ἄσω 18.281, inf. ἆσαι (v. infr.): aor. 2 subj. 1 pl. ἕωμεν 19.402:—Med., Ep. 3 sg. ἄαται Hes. Sc. 101; cf. ἆται· πληροῦται, Hsch.: fut. ἄσομαι Il. 24.717: aor. ἀσάμην 19.307:—satiate, αἵματος ἆσαι Ἄρηα to give him his fill of blood, 5.289: but,
II.
mostly intr., take one's fill of a thing, ἱεμένη χροὸς ἄμεναι 21.70; λιλαιομένη χροὸς ἆσαι ib.168, cf. 15.317; γόοιο μὲν ἔστι καὶ ἆσαι 23.157:—Med., ἄσεσθε κλαυθμοῖο 24.717; ποτῆτος ἄσασθαι φίλον ἦτορ 19.307. (Root sā: s[schwa], cf. ἄ‐ατος, ἅ‐δην.)