αὔλειος
α, ον, ος, ον
A.
of or belonging to the court, ἐπ’ αὐλείῃσι θύρῃσι at the door of the court, i.e. the outer door, house-door, Od. 11.239, cf. Pi. N. 1.19, Hdt. 6.69; αὔλειοι θύραι Sol. 4.28; ἐπὶ προθύροις . . οὐδοῦ ἐπ’ αὐλείου Od. 1.104; ἐκτὸς αὐ. πυλῶν S. Ant. 18; πρὸς αὐλείοισιν ἑστηκὼς πύλαις E. Hel. 438: sg., ἡ αὔλειος θύρα Lys. 1.17, Pl. Smp. 212c, Thphr. Char. 28.3, Men. 546; ἡ αὐλεία θύρα IG 11(2).287 A 146 (Delos, iii B. C.), Thphr. Char. 18.4; ἡ αὐλεία alone, Ar. Pax 982, Fr. 255, SIG 2587.122; ἡ αὔλειος Plu. Pomp. 46, 2.516f, Luc. Tox. 17; αἱ αὔλειοι Plb. 5.76.4.