ἀτερπής

ές, Adv.
A. unpleasing, joyless, λιμός Il. 19.354; of the nether world, νέκυας καὶ ἀτερπέα χῶρον Od. 11.94, etc.; πέτρῃς . . καὶ ἀτερπέι χώρῳ, of a rocky shore, 7.279; νούσων ἑσμός A. Supp. 685 (lyr.), cf.Pr. 31, Simon. 37.6; λόγοι E. El. 293; γῆρας Mosch. 4.114; ἀτερπέστερον ἐς ἀκρόασιν less attractive to the ear, Th. 1.22; ἦχοι ἀ., opp. ἐπιτερπεῖς, Phld. Po. 994.23, cf. Mus. p.82 K.; εἴ τις ὑπερβάλλοι τὸ μέτριον τὰ ἐπιτερπέστατα ἀτερπέστατα ἂν γίγνοιτο Democr. 233, cf. Ph. 1.396 (Sup.); of persons, ἀ. καὶ κακὸς ὀρχηστής Plu. Cor. 25. Adv. ‐πῶς, οὐκ ἀ. ἱστορείσθω Gal. 14.237; but ἀ. ζῆν without enjoyment, Plu. 2.1100d.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project