ἀστέριος
α, ον, ος, ον, τό
A.
starred, starry, Arat. 695; ἀ. ἄμαξα, = Ἄρκτος, Call. Fr. 146; κύτος, of the sphere of the fixed stars, Vett.Val. 172.32.
2.
of a star, [σῶμα] Porph. Chr. 35; ὕλη Orph. Fr. 353.
II.
ἀστέριον,τό, a kind of spider, Nic. Th. 725.
III.
ἀστέριον,τό, name of a plant, Crateuas Fr. 10; = κορωνόπους, Ps.-Dsc. 2.130 (prob. for ἄστριον) = σφονδύλιον, Id. 3.76; = κάνναβις ἥμερος, ib.148; = ἀστὴρ Ἀττικός, Id. 4.119.
IV.
ἀστέριον,τό, = ἀστήρ VI, Dsc. Eup. 2.30.
V.
ἀστέριος λίθος meteoric stone, D.P. 328.