ἀσπάσιος
α, ον, ος, ον, Adv.
A.
welcome, gladly welcomed, ἀσπασίη τρίλλιστος ἐπήλυθε νύξ Il. 8.488, cf. 10.35; ὡς δ’ ὅτ’ ἄν ἀσπάσιος βίοτος παίδεσσι φανήῃ πατρός Od. 5.394, etc. Adv. ‐ίως, ἀ. δ’ ἄρα τῷ κατέδυ φάος ἠελίοιο 13.33.
II.
well-pleased, glad, ἀσπάσιοι δ’ ἐπέβαν γαίης 23.238; ἀσπάσιον δ’ ἄρα τόν γε θεοὶ κακότητος ἔλυσαν they released him to his joy, 5.397. Adv. ‐ίως gladly, Hom. with a Verb, to be glad to . . , as φημί μιν ἀσπασίως γόνυ κάμψειν Il. 7.118, cf. 18.232, Od. 4.523, etc.—Ep., exc. in Adv. ‐ίως with glad welcome, A. Ag. 1555 (lyr.); gladly, Hdt. 7.152, Jul. Or. 2.71a.