ἀρχιεροθυτέω
Subst.
ὁ
ου
also: ἀρχιερο‐θύτης
A.
to be president of ἱεροθύται (q.v.), IG 12(1).836 (Lindus):—Subst. ἀρχιερο‐θύτης [υ],ου, ὁ, president of ἱεροθύται, ib.788, al.